Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
προπράτης — ὁ, Α προπώλης*. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πράτης*] … Dictionary of Greek
προπράτας — προπρά̱τᾱς , προπράτης masc acc pl προπρά̱τᾱς , προπράτης masc nom sg (epic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)